Saturday, 4 July 2020, 1:18 PM
Site: Σχολή Πολιτικής Αεροπορίας
Course: Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας (ΔΕΚ) - ΑΤΜ glossary of terms (ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΕΚ (ΑΤΜ))
Glossary: Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας (ΔΕΚ) - ΑΤΜ glossary of terms
F

facility

εγκατάσταση, ευκολία

fail-operational automatic landing system

αυτόματο σύστημα προσγείωσης λειτουργικό σε αστοχία

fail-operational hybrid landing system

υβριδικό σύστημα προσγείωσης λειτουργικό σε αστοχία

failing unit (in the context of contingency)

εκτός λειτουργίας μονάδα

fall back mode of operation ((in the context of contingency)

κατάσταση λειτουργίας επαναφοράς, κατάσταση λειτουργίας επανόδου

false

εσφαλμένος, ψευδής

false alarm

εσφαλμένος συναγερμός, ψευδής συναγερμός

fan engine

στροβιλοκινητήρας διπλής ροής

fatal injury

θανάσιμος τραυματισμός

federation of transport workers' unions [in the european union] // FST

ομοσπονδία των ενώσεων εργαζομένων στις μεταφορές [στην ευρωπαϊκή ένωση)