Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας (ΔΕΚ) - ΑΤΜ glossary of terms


Το παρόν λεξικό εκπονήθηκε από την ΟΜΕΟΔΕΚ με την επιστημονική συνδρομή της ΕΛΕΤΟ. Η απόδοση των όρων αποτελεί απλώς μια τεκμηριωμένη πρόταση της ομάδας μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο ορολογικό πλαίσιο και φυσικά δεν υπαγορεύει την μονοσήματη χρήση τους.  Το εν λόγω έργο έχει στόχο να αποτελέσει ένα ενιαίο και διαχρονικό ορολογικό πλαίσιο στο πεδίο της ΔΕΚ, που θα εξυπηρετεί σκοπούς όπως η ποιότητα στην σύνταξη αλλά και η μετάφραση κανονιστικών κειμένων, η κατοχύρωση και πιστοποίηση της Ελληνικής γλώσσας, η εκπαίδευση του προσωπικού, η αρτιότερη επικοινωνία κλπ

Λέξεις σε παρένθεση (...) χρησιμοποιούνται ως διυκρινιστικοί προσδιορισμοί που μπορεί να είναι απαραίτητοι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις

Λέξεις σε αγκύλη [...] καταδεικνύουν προαιρετικές πρόσθετες λέξεις  των οποίων η χρήση μπορεί να κρίνεται σκόπιμη σε ορισμένες περιπτώσεις


Για επικοινωνία με την ΟΜΕΟΔΕΚ (για σχόλια, παρατηρήσεις, προτάσεις νέων όρων κλπ) στείλτει email στο: omeodek@gmail.com


Browse the glossary using this index

Special | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | ALL

Page:  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  21  (Next)
  ALL

S

safety

ασφάλεια (από ακούσιους παράγοντες)

safety action group // SAG

ομάδα δράσης για την ασφάλεια

safety area

περιοχή ασφαλείας

safety argument

επιχειρηματολογία ασφάλειας, επιχείρημα ασφάλειας

safety assurance

εγγύηση [της[ ασφάλειας, διασφάλιση [της[ ασφάλειας

safety case

υπόθεση ασφάλειας

safety data collection and processing system // SDCPS

σύστημα συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων ασφάλειας

safety directive

οδηγία ασφάλειας

safety investigation

διερεύνηση ασφάλειας

safety management manual // SMM

εγχειρίδιο διαχείρισης [της] ασφάλειας

Page:  1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  21  (Next)
  ALL