Σάββατο, 15 Ιούνιος 2024, 11:22 πμ
Ιστότοπος: Σχολή Πολιτικής Αεροπορίας
Μάθημα: Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας (ΔΕΚ) - ΑΤΜ glossary of terms (ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΕΚ (ΑΤΜ))
Γλωσσάριο: Αγγλοελληνικό γλωσσάριο όρων Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας (ΔΕΚ) - ΑΤΜ glossary of terms
O

objective

[αντικειμενικός] στόχος

obscurations

αποκρύψεις (υδρομετέωρα & λιθομετέωρα)

obscured

αποκρυπτόμενη

obstacle

εμπόδιο

obstacle assessment surface // OAS

επιφάνεια εκτίμησης εμποδίων

obstacle clearance altitude // OCA

απόλυτο ύψος αποφυγής εμποδίων

obstacle clearance altitude/height // OCA/H

απόλυτο/σχετικό ύψος αποφυγής εμποδίων

obstacle clearance height // OCH

σχετικό ύψος αποφυγής εμποδίων

obstacle free zone // OFZ

ελεύθερη εμποδίων ζώνη, περιοχή ελεύθερη εμποδίων

obstacle lights

φώτα εμποδίων

obstruction lights

φώτα εμποδίων

obtain (to)

λαμβάνω, παίρνω

occasional (rain)

σποραδική (βροχή)

occupational health & safety management system // OHSMS

σύστημα διαχείρισης επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας

occupational safety, health & environment // OSHE

περιβάλλον επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας

off-block

αναχώρηση από τη θέση στάθμευσης

offset-carrier system

σύστημα φέροντος με μετατόπιση, σύστημα μετατοπισμένου φέροντος

oil pressure

πίεση λαδιών

OJTI endorsement

καταχώριση OJTI

omnidirectional

παγκατευθυντικός

on-board

επί του σκάφους, στο σκάφος, επινήιος

on-the-job training // OJT

εκπαίδευση στην πράξη, επι το έργον εκπαίδευση

on-the-job training instructor // OJTI

εκπαιδευτής [εκπαίδευσης] στην πράξη, εκπαιδευτής επί το έργον [εκπαίδευσης]

on-the-job training instructor endorsement

καταχώριση εκπαιδευτή [εκπαίδευσης] στην πράξη, καταχώριση εκπαιδευτή επί το έργον [εκπαίδευσης]

operate (to)

λειτουργώ

operate an ATM functionality (to)

εκμεταλλεύομαι μια λειτουργική δυνατότητα ΔΕΚ

operating organisation

οργανισμός λειτουργίας

operational log

επιχειρησιακό ημερολόγιο

operational concept

επιχειρησιακό σκεπτικό, γενικό επιχειρησιακό σχέδιο

operational concept document // OCD

έγγραφο επιχειρησιακού σκεπτικού, έγγραφο γενικού επιχειρησιακού σχεδίου

operational concept vision

όραμα επιχειρησιακού σκεπτικού, όραμα γενικού επιχειρησιακού σχεδίου

operational control

επιχειρησιακός έλεγχος

operational data

επιχειρησιακά δεδομένα

operational interrogator code

επιχειρησιακός κωδικός ερωτηματοθέτη

operational meteorological information // OPMET

επιχειρησικακές μετεωρολογικές πληροφορίες

operational plan

σχέδιο [επιχειρησιακής] λειτουργίας, επιχειρησιακό σχέδιο

operational requirement // OR

επιχειρησιακή απαίτηση

operational stakeholders

ενδιαφερόμενοι επιχειρησιακοί φορείς, επιχειρησιακοί συμφεροντούχοι

operator [aircraft]

φορέας εκμετάλλευσης [αεροσκάφους]

option

επιλογή, εναλλακτική δυνατότητα

orbit (το)

είμαι σε τροχιά

organisation

οργανισμός

organise (to)

οργανώνω

originator

αποστολέας

orthometric height

ορθομετρικό ύψος

out of order

εκτός λειτουργίας

out of service

εκτός λειτουργίας

outage (in the context of contingency)

διακοπή λειτουργίας

outbound

απερχόμενος

outer marker

εξωτερικός σημαντήρας

over-flight

υπέρπτηση

overload tolerance

ανοχή υπερφόρτωσης

override (to)

υπερσκελίζω, υπερβαίνω, κάνω υπέρβαση

overrun

υπέρβαση τέλους διαδρόμου [προσγείωσης], μακρά προσγείωση

overshoot

υπέρβαση τέλους διαδρόμου [προσγείωσης], μακρά προσγείωση

oversight

εποπτεία

overtaking aircraft

υπερφαλαγγίζον αεροσκάφος

overwing

επιπτερύγιος

own power

με ίδια στοιχεία [ισχύος]

own separation

με ίδιο διαχωρισμό, με δικό μου(σου,…κοκ) διαχωρισμό